αἶσα

αἶσα
Grammatical information: f.
Meaning: `share, destiny, decree' (Il.)
Other forms: PN: Αἴσων, Αἰσίας etc.
Dialectal forms: Myc. aisa.
Derivatives: αἴσιος `auspicious, opportune'; αἴσιμος `destined, fitting' (Hom.) - αἰσιμνάω, αἰσυμνάω, αἰσυμνήτης s. s.v.
Origin: IE [Indo-European] [10] *h₂ei- `give, take'
Etymology: αἶσα from the root seen in αἴνυμαι, derived with -ι̯α from a form in -t- found in Osc. aeteis `partis', Gr. *αἶτος (s. αἰτέω), αἴτιος. - On ἴσσασθαι s. s.v.
Page in Frisk: 1,44

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Αἶσα — who dispenses to every one his lot fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίσα — (Aishah, 614; – Μεδίνα 678 μ.X.). Η τρίτη και πιο αγαπημένη από τις συζύγους του Μωάμεθ. Ο προφήτης την παντρεύτηκε όταν η Α. ήταν σε ηλικία επτά ετών, για να εξασφαλίσει την εύνοια του πατέρα της Αμπού Μπακρ, ισχυρού φύλαρχου. Η Α. ήταν η… …   Dictionary of Greek

  • Αἴσα — Αἴ̱σᾱ , Αἶσα who dispenses to every one his lot fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴσᾳ — Αἴ̱σᾱͅ , Αἶσα who dispenses to every one his lot fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἶσ' — Αἶσα , Αἶσα who dispenses to every one his lot fem nom/voc sg Αἶσαι , Αἶσα who dispenses to every one his lot fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἶσ' — αἶσα , Αἶσα who dispenses to every one his lot fem nom/voc sg αἶσαι , Αἶσα who dispenses to every one his lot fem nom/voc pl αἶσι , αἶσις fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЭСА —    • Αΐσα,          см. Μοι̃ρα, Мойра, 4 …   Реальный словарь классических древностей

  • αρχαΐζω — άισα, μιμούμαι τους αρχαίους, κυρίως στη γλώσσα: Η γλώσσα που μεταχειρίζεται στο βιβλίο του αρχαΐζει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἶσαι — Αἶσα who dispenses to every one his lot fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἶσαν — Αἶσα who dispenses to every one his lot fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Рок или судьба — (μοϊρα, αΐσα, τύχη, άνάγκη, είμαρμένη, πεπρωμένη; см. Доля) имеет в древнегреческой литературе двоякое значение: первоначальное, нарицательное, пассивное предопределенной каждому смертному и отчасти божеству доли, участи, и производное,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.